Στον αέρα οι ελαφρύνσεις €970 εκατ. για το χρέος – Προθεσμία 12 ημερών δίνει στην Ελλάδα η Κομισιόν

Οξύτατη και εκτενέστατη κριτική για το κυβερνητικό σχέδιο αναφορικά με τον διάδοχο του ν. Κατσέλη, αλλά και μεγάλα «αγκάθια» σε σχέση με τη στελέχωση της ΑΑΔΕ και με τον διαγωνισμό για τους λιγνίτες περιλαμβάνει η 2η έκθεση Ενισχυμένης Εποπτείας που δόθηκε σήμερα στη δημοσιότητα (μαζί με 2η έκθεση για τις υπερβολικές μακροοικονομικές ανισορροπίες).

Σε ανακοίνωσή του ο αρμόδιος Επίτροπος Μοσκοβισί απευθύνει προς την κυβέρνηση σύσταση να ολοκληρώσει εγκαίρως, δηλαδή στις 12 ημέρες που μεσολαβούν έως την σύνοδο του Eurogroup της 11ης Μαρτίου, τις εν λόγω εκκρεμότητες.

Όπως αναφέρει ο Επίτροπος, «η δεύτερη έκθεση Ενισχυμένης Εποπτείας που δημοσιεύθηκε σήμερα δείχνει σημαντική πρόοδο αλλά και ορισμένους τομείς στους οποίους απαιτούνται περαιτέρω προσπάθειες και παροτρύνω τις (Ελληνικές) αρχές να τις ολοκληρώσουν εγκαίρως, έως την επόμενη σύνοδο του Eurogroup».

Η έκθεση καταλήγει στο συμπέρασμα ότι, ενώ η Ελλάδα έχει σημειώσει σημαντική πρόοδο στην εφαρμογή των δεσμεύσεών της μέχρι το τέλος του 2018, «ο ρυθμός σε ορισμένες περιοχές ήταν αργός και οδήγησε σε καθυστερήσεις σχετικές βασικές μεταρρυθμίσεις».

Στο τραπεζικό πεδίο αναφέρει ότι σχετικά με το διάδοχο του νόμου Κατσέλη η πρόταση που κατέθεσαν οι ελληνικές αρχές εγείρει σοβαρές ανησυχίες για την επίπτωση που θα έχει στην κουλτούρα πληρωμών και στους προϋπολογισμούς των τραπεζών. Επίσης αναφέρει ότι η συνολική της αρχιτεκτονική μπορεί να προστατεύσει τους στρατηγικούς κακοπληρωτές. Ειδική μνεία γίνεται και για το σχέδιο απομείωσης των κόκκινων δανείων με βάση την πρόταση του ΤΧΣ αλλά και με βάση την αντίστοιχη πρόταση της Τράπεζας της Ελλάδος.

Αναλυτικά 3 από τα 16 προαπαιτούμενα θεωρούνται ότι βρίσκονται στο κόκκινο και συνδέονται άμεσα με την εκταμίευση της δόσης. Ο λόγος για το διάδοχο του νόμου Κατσέλη, την στελέχωση της ΑΑΔΕ και το νέο διαγωνισμό για τις Λιγνιτικές Μονάδες. Ακόμη 3 σημαντικά μέτωπα προστίθεται στο λογαριασμό: η αντιμετώπιση των δημοσιονομικών προκλήσεων, η στήριξη του τραπεζικού τομέα και η ενίσχυση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος.

Σύμφωνα με την Έκθεση, το ποσό των παρεμβάσεων ελάφρυνσης του χρέους υπολογίζεται στα 970 εκατομμύρια ευρώ (δηλαδή είναι υψηλότερο από το αρχικά αναμενόμενο).

Η Κομισιόν θεωρεί πιθανή την επίτευξη υπερπλεονάσματος το 2018. Ωστόσο εκφράζει τις ενστάσεις της για την επίπτωση της αύξησης του κατώτατου μισθού στην οικονομία αλλά και για την διατήρηση του χαμηλού συντελεστή ΦΠΑ σε νησιά του Αιγαίου. Ενστάσεις έχει και για το δυνητικό δημοσιονομικό κόστος των μισθολογικών προσλήψεων.

Πάνε πίσω οι ρυθμίσεις

Αποκαλύπτει επίσης ότι η κυβέρνηση δεσμεύτηκε στους δανειστές να μην προχωρήσει άμεσα σε ρυθμίσεις οφειλών προς τις εφορίες και στα ασφαλιστικά ταμεία. Και τούτο προκειμένου να διεξάγει αναλυτικότερους τεχνικούς ελέγχους των επιπτώσεων για τέτοιες κινήσεις.

Ειδική μνεία γίνεται για τη δημοσιονομική επίπτωση των αναδρομικών που συνδέονται με δικαστικές αποφάσεις και για τη σχετική μελέτη που έχει διεξάγει η ελληνική κυβέρνηση. Υπολογίζεται ότι το δημοσιονομικό κόστος μόνο από την κατάργηση των δώρων μπορεί να φτάσει στο 1,3% του ΑΕΠ δηλαδή να ξεπεράσει τα 2 δισ. ευρώ.

Τι αναφέρει για ρυθμίσεις και τράπεζες

Η έκθεση σύμφωνα με την Κομισιόν «θα μπορούσε να χρησιμεύσει ως βάση για να αποφασίσει το Eurogroup για την ενεργοποίηση του πρώτου πακέτου παρεμβάσεων στο χρέος ύψους 970 εκατ. ευρώ. Αύριο θα υπάρξει μία πρώτη ένδειξη προθέσεων στο EWG.

Στην έκθεση η Επιτροπή αποκαλύπτει ότι «η κυβέρνηση ενημέρωσε τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα ότι δεν προτίθενται να προχωρήσει στο εγγύς μέλλον σε αναθεωρήσεις των μηχανισμών ρύθμισης οφειλών για φορολογικά και ασφαλιστικά χρέη, καθώς χρειάζονται περαιτέρω τεχνικές αναλύσεις και προβληματισμοί». Επισημαίνεται ότι «είναι σημαντικό να αποφευχθούν οι αρνητικοί κίνδυνοι για τα δημόσια έσοδα και να διαφυλαχθεί η κουλτούρα των πληρωμών, καθώς αυτοί ήταν βασικοί στόχοι των μεταρρυθμίσεων στη συλλογή δημόσιων εσόδων που θεσπίστηκαν κατά τη διάρκεια των προγραμμάτων».

Για το θέμα του διαδόχου του Ν. Κατσέλη αναφέρεται ότι το νομοσχέδιο που εστάλη στους θεσμούς «βάσει μιας προκαταρκτικής αξιολόγησης, εγείρει σοβαρές ανησυχίες σχετικά με τον αντίκτυπό του στην κουλτούρα πληρωμών και στους ισολογισμούς των τραπεζών, ενώ ο συνολικός σχεδιασμός του θα μπορούσε να επιτρέψει στρατηγικές αθετήσεις υποχρεώσεων».

Γίνεται σαφές ότι «οι συζητήσεις με τα θεσμικά όργανα βρίσκονται σε εξέλιξη για την αντιμετώπιση των ανοιχτών θεμάτων. Οι αρχές άρχισαν επίσης επίσημη διαβούλευση με την ΕΚΤ σχετικά με τη νομική τους πρόταση, ενώ κάθε νέο καθεστώς θα απαιτήσει έγκριση από την Επιτροπή για θέματα κρατικής ενίσχυσης».

Ειδικότερα, αναφέρεται ότι:

1. Τα όρια επιλεξιμότητας είναι σημαντικά ευρύτερα από την ισχύουσα προστασία της κατοικίας, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρηματικών δανείων.

2. Η πρόταση θα δημιουργούσε ένα πρόσθετο καθεστώς προστασίας που θα εφαρμόζεται παράλληλα με τον υφιστάμενο νόμο περί αφερεγγυότητας των νοικοκυριών.

3. Απαιτεί από τις τράπεζες να δέχονται προκαθορισμένες αναδιαρθρώσεις χρεών για μια μεγάλη ομάδα επιλέξιμων δανειοληπτών.

4. Δεν απευθύνεται επαρκώς στους πιο ευάλωτους.

5. Ελλοχεύει ο κίνδυνος να δημιουργήσει περαιτέρω καθυστερήσεις για τους οφειλέτες με εκκρεμείς αιτήσεις στο πλαίσιο του υφιστάμενου καθεστώτος προστασίας.

6. Δεν παρουσιάστηκε καμία αξιολόγηση του αντίκτυπου στην κεφαλαιακή βάση των τραπεζών.

7. Θέτει σε κίνδυνο τη δέσμευση των αρχών να εξαλείψουν το υπόλοιπο αιτήσεων ένταξης στο καθεστώς προστασίας έως το τέλος του 2021.

8. To νέο αυτό πλαίσιο μπορεί να επηρεάσει τις μελλοντικές διαδικασίες πλειστηριασμών.

9. Απαιτείται μεγαλύτερη σαφήνεια όσον αφορά τις δημοσιονομικές πτυχές του καθεστώτος.

Οι κίνδυνοι

Συνολικά, σε οικονομικό επίπεδο η Επιτροπή βλέπει καθοδικούς κινδύνους στην οικονομία. Εξηγεί ότι η αύξηση της κατανάλωσης μπορεί να είναι υψηλότερη από την αναμενόμενη το 2019 λόγω της ανόδου του κατώτατου μισθού που μεταφράζεται σε υψηλότερες καταναλωτικές δαπάνες. Από την άλλη πλευρά, βλέπει ότι οι πιθανές πιέσεις στις μισθολογικές αυξήσεις αποτελούν κίνδυνο για την ανάκαμψη των επενδύσεων και για τις εξαγωγικές επιδόσεις.

Εξηγεί επίσης ότι οι κίνδυνοι για τις επενδύσεις επιδεινώνονται από το υψηλό επίπεδο των μη εξυπηρετούμενων δανείων. αλλά και «η παγκόσμια επιβράδυνση, και ιδιαίτερα η επιβράδυνση της ΕΕ, ενδέχεται να παρεμποδίσει περαιτέρω την ανάκαμψη της Ελλάδας».

Η Επιτροπή παραμένει στην πρόβλεψη ότι φέτος το πραγματικό ΑΕΠ θα αυξηθεί κατά 2,2% (έναντι 2,5% πρόβλεψης του ΥΠΟΙΚ). Οι εγχώριοι παράγοντες ανάπτυξης (ιδιωτική κατανάλωση και επενδύσεις) πρέπει να ενισχυθούν, συστήνει, ενώ οι συνεισφορές του εξωτερικού τομέα μπορεί να μετριαστούν λόγω της προβλεπόμενης οικονομικής επιβράδυνσης της ΕΕ και της αύξησης των εισαγωγών.

Η διαπραγμάτευση που βρίσκεται σε εξέλιξη

Στη συνολική αξιολόγηση της προόδου όσον αφορά τις μεταρρυθμιστικές δεσμεύσεις γίνεται σαφές ότι έχουν αρχίσει «εντατικές συζητήσεις μεταξύ των ελληνικών αρχών και των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων» σχετικά με τις τράπεζες, την ΑΑΔΕ και το θέμα των λιγνιτών «και είναι επείγον να επιτευχθεί συμφωνία στο εγγύς μέλλον».

Επιπλέον, εισάγονται και νέα μέτωπα. Αναφέρεται ότι «πέρα από την ολοκλήρωση των συγκεκριμένων μεταρρυθμιστικών δεσμεύσεων του 2018 οι εξελίξεις σε ορισμένους τομείς δημιουργούν ανησυχίες σχετικά με την υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων». Καταγράφονται τρία μέτωπα:

• Η αποφυγή δημιουργίας νέων δημοσιονομικών κινδύνων, συμπεριλαμβανομένων των προσλήψεων στο δημόσιο τομέα.

• Ο ρυθμός προόδου και ο βαθμός προτεραιότητας που δίδεται στα μέτρα που απαιτούνται για την αποκατάσταση του τραπεζικού τομέα. Ο συντονισμός μεταξύ των κυβερνητικών φορέων, όπως η Τράπεζα της Ελλάδος και το ΤΧ, θα πρέπει να βελτιωθεί ώστε να εξασφαλιστεί ο σχεδιασμός και η εφαρμογή συνεκτικών πολιτικών, αναφέρεται.

• Η δέσμευση για διατήρηση της ανταγωνιστικότητας των μισθών μεσοπρόθεσμα, αλλά και η πρόοδος σε ορισμένες βασικές ιδιωτικοποιήσεις (π.χ. Εγνατία) και η συνεχιζόμενη αδυναμία επίτευξης ουσιαστικών διαρθρωτικών αλλαγών στις αγορές ενέργειας που συνδέονται με τη δεσπόζουσα θέση της ΔΕΗ.

Σε ειδικό πίνακα αναφέρονται μία προς μία οι δεσμεύσεις, η πρόοδος αλλά και ο νέος στόχος που τίθεται. Ουσιαστικά η «παράταση» που δίδεται σε κάποιες από αυτές, αυξάνει τη δυσκολία της τρίτης αξιολόγησης, του Ιουνίου του 2018.

Της Δήμητρας Καδδά

Πηγή: capital.gr

ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΣΑΣ ΕΝΔΙΑΦΕΡΕΙ