Παρέμβαση-Τοποθέτηση του Μηχανικού Γιάννη Μυστηλιάδη για το Οικιστικό Νομοσχέδιο

ΣΧΟΛΙΑ ΕΠΙ ΤΟΥ ΥΠΟΒΛΗΘΕΝΤΟΣ ΣΤΗ ΒΟΥΛΗ Ν/Σ ΜΕ ΤΙΤΛΟ :
ΕΚΣΥΓΧΡΟΝΙΜΟΣ ΧΩΡΟΤΑΞΙΚΗΣ ΚΑΙ ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΚΗΣ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑΣ

Διαβάζοντας το πολυσέλιδο Ν/Σ, εστιάζοντας μόνο στα σχετικά άρθρα για τους οικισμούς τους προϋφιστάμενους του 1923, αναλογίζεται κανείς – αν δεν λυθούν και δεν διευκρινιστούν κάποια πολύ βασικά ζητήματα – τι μας περιμένει, μετά την ψήφισή του;

Άρθρο 12   Οριοθέτηση οικισμών.
Η παράγραφος 1 αφορά σε οικισμούς που προϋπάρχουν του 1923 και δεν έχουν οριοθετηθεί, καθώς και σε οικισμούς κάτω των 2.000 κατοίκων.
Εάν η πρόθεση του Υπουργείου είναι να θεωρήσει τους οριοθετημένους – με Νομαρχιακές Αποφάσεις και ΦΕΚ, από την δεκαετία του ΄70 -, οικισμούς  τους  προϋφιστάμενους  του 1923,  ως μη οριοθετημένους και να ορίσει τα όρια τους σαν να ορίζονται από την Πολιτεία πρώτη φορά, τότε θα ανατινάξει κάθε έννοια ασφάλειας Δικαίου, σε σχέση με το ιδιοκτησιακό και πολεοδομικό καθεστώς.
Όταν όμως, δεν δηλώνεται εκ προοιμίου ότι, μέσα στα υφιστάμενα όρια – έτσι όπως έχουν καθοριστεί με τα σχετικά ΦΕΚ – θα γίνει πολεοδομικός σχεδιασμός, ώστε να καθοριστούν οι αναγκαίοι κοινόχρηστοι και κοινωφελείς χώροι και να εξασφαλιστεί το ισοζύγιο πρασίνου, αλλά αντ’ αυτού υπάρχει παραπομπή σε άρθρα σαν να καθορίζονται για πρώτη φορά τα όρια, τότε γεννιούνται μεγάλα ερωτηματικά.
Συγκεκριμένα:
Σύμφωνα με την παράγραφο 2 του εν θέματι άρθρου για τον προσδιορισμό των ορίων των οικισμών, εφαρμόζονται τα κριτήρια που ορίζονται από τα άρθρα 81 έως 84 του Κώδικα Βασικής Πολεοδομικής Νομοθεσίας (Κ.Β.Π.Ν).
Συνεπώς :
Α) θα χρησιμοποιηθούν πολεοδομικά εργαλεία που αφορούν σε οικισμούς μέχρι 2.000  κατοίκους , για οικισμούς προϋφιστάμενους του 1923  με πληθυσμούς 15.000  και  20.000 κατοίκων , όπως π.χ. οι κατηγορίες οικισμών του άρθρου 81 του  Κ.Β.Π.Ν..
Β) σύμφωνα δε με το άρθρο 84 του Κ.Β.Π.Ν., παράγραφος 1.α. τα όρια των οικισμών ορίζονται από τη γραμμή που περιβάλλει τα συνεκτικά τμήματα του οικισμού, και περιλαμβάνουν περιοχές με αραιότερη δόμηση που δεν εκτείνονται  πέραν των 100 μέτρων από τα όρια των συνεκτικών τμημάτων του οικισμού.

Βάσει των ανωτέρω, είναι απολύτως βέβαιο ότι, μετά την ψήφιση του Ν/Σ θα βρεθούν χιλιάδες δομημένες ιδιοκτησίες στο απόλυτο αδιέξοδο της ακούσιας πολεοδομικής παρανομίας, οι δε αδόμητες ιδιοκτησίες θα χάσουν παντελώς την αξία τους.

Τούτο διότι, οι ιδιοκτησίες που σήμερα βρίσκονται εντός των ορίων των οικισμών σε αραιοδομημένα τμήματα σε απόσταση μεγαλύτερη των 100 μέτρων από τα συνεκτικά τμήματα του οικισμού,  θα βρεθούν ΕΚΤΟΣ  των  ΝΕΩΝ ορίων του οικισμού.
Πέραν αυτών, δεν θα περιλαμβάνονται εντός των ορίων οι περιοχές που θα κριθούν σήμερα ως δάση, δασικές εκτάσεις και αναδασωτέες περιοχές (προφανώς ακόμη και να βρίσκονται στα συνεκτικά τμήματα των οικισμών), ζώνες πλάτους 200μ. από τον άξονα του βασικού εθνικού οδικού δικτύου, κλπ, κλπ.

Άρθρο 13   Ρυμοτομικά Σχέδια Εφαρμογής
Κατά την παράγραφο 2 για την κατάρτιση Ρυμοτομικού Σχεδίου Εφαρμογής απαιτείται η ύπαρξη εγκεκριμένων Τοπικών Πολεοδομικών Σχεδίων (Τ.Π.Σ).
Αν η περιοχή συνεχίζει να καλύπτεται από Γενικό Πολεοδομικό Σχέδιο (Γ.Π.Σ) ή Σχέδιο Χωρικής και Οικιστικής Οργάνωσης Ανοικτής Πόλης (Σ.Χ.Ο.Ο.Α.Π), ακολουθείται η διαδικασία πολεοδόμησης,   σύμφωνα με τα άρθρα 7, 8 έως 14, 15 και 19 του ν.2508/1997, αν πρόκειται για προβληματική περιοχή προς πολεοδομική αναμόρφωση.
Γεννιέται λοιπόν το ερώτημα:
στην περίπτωση που οικισμός προϋφιστάμενος του 1923 καλύπτεται από Γ.Π.Σ ή Σ.Χ.Ο.Ο.Α.Π,  στα σχέδια των οποίων φαίνονται τα όρια του οικισμού που έχουν εγκριθεί με Νομαρχιακή Απόφαση, όπου σύμφωνα με το προαναφερόμενο άρθρο 15 του ν.2508/97 με τίτλο  ’’πολεοδομική αναμόρφωση….οικισμών προ του 1923’’,  μπορεί να προχωρήσει η διαδικασία πολεοδόμησης, θα παραμείνουν τα σημερινά όρια σε ισχύ και θα υιοθετηθούν από την επακολουθούσα Πολεοδομική Μελέτη (ή κατά το Ν/Σ από τα Ρυμοτομικά Σχέδια Εφαρμογής);
Φυσικά και στην περίπτωση αυτή μπορούν και πρέπει να  πραγματοποιηθούν:
οι στόχοι εξεύρεσης των απαραίτητων χώρων αστικού εξοπλισμού της πόλης από τις προβλεπόμενες εισφορές σε γη και χρήμα, η μείωση του συντελεστή δόμησης και το ισοζύγιο πρασίνου, επιμερίζοντας το οικονομικό και κοινωνικό κόστος για αυτή την πράγματι απαιτουμένη αναβάθμιση των οικισμών των προϋφιστάμενων του 1923 και όχι μετατοπίζοντας το κόστος αυτό συγκεντρωτικά σε κάποιες περιφερειακές ιδιοκτησίες ή σε ιδιοκτησίες που μετά από πολλές δεκαετίες και πολλές διοικητικές και συμβολαιογραφικές πράξεις θα ανακηρυχτούν δασικές ή αναδασωτέες.
Η φύση και το μέγεθος του Ν/Σ, καθώς και η πολυπλοκότητα της πολεοδομικής νομοθεσίας, στην οποία συνεχώς παραπέμπει το κείμενο, είναι τέτοια που γεννούν πλήθος ερωτημάτων. Εντούτοις, ο χρόνος για να διατυπώσει κανείς ερωτήματα ή απόψεις είναι πλέον ελάχιστος. Ως εκ τούτου μένω στα ανωτέρω ερωτήματα τα οποία θεωρώ εξόχως σημαντικά να απαντηθούν πριν μπούμε σε νέες περιπέτειες.
Με εκτίμηση
Γιάννης  Μυστηλιάδης

ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΣΑΣ ΕΝΔΙΑΦΕΡΕΙ