Οδοιπορικό της «Καθημερινής» στο υπαίθριο μουσείο μαρμάρου και το πάρκο με τα αγάλματα στη ΔΚ Διονύσου

Ακολουθεί το σχετικό αφιέρωμα από την εφημερίδα «Καθημερινή» και τη δημοσιογράφο Παγώνα Λαμψάτη (φωτογραφίες: Νίκος Κοκκαλιάς):

Ανάβαση στο υπαίθριο μουσείο μαρμάρου
Ένας συνδυασμός αναζωογόνησης και ιστορικής μνήμης στο «Αλούλα», το παλιό λατομείο Διονύσου – Πεντέλης

Πόσες εμπειρίες μπορεί να προσφέρει μια βόλτα στο βουνό; Η ανάβαση στο «Αλούλα», το υπαίθριο μουσείο μαρμάρου που έχει διαμορφωθεί στο παλιό λατομείο Διονύσου – Πεντέλης, στη βόρεια πλευρά της Πεντέλης, συνδυάζει την αναζωογόνηση με την ιστορική μνήμη, επίσκεψη σε τρία ξωκκλήσια και υπέροχη θέα ώς την Εύβοια.

Υπάρχουν δύο διαδρομές (ή μία κυκλική που συνδυάζει και τις δύο) για να φτάσετε στην τοποθεσία Αλούλα, που πήρε το όνομά της από έναν εργολάβο του λατομείου.

Εμείς ακολουθήσαμε μια λίγο μεγαλύτερη κυκλική διαδρομή από αυτήν που στους ορειβατικούς χάρτες σημειώνεται ως «Πεντέλη: Λατομεία – Αγιος Λουκάς» και με ανάποδη πορεία – δηλαδή από κάτω προς τα πάνω. Μπορεί να σας φανεί πιο κουραστική, μια και έχετε ανηφόρα μπροστά σας, αλλά για «ερασιτέχνες» περιπατητές είναι πιο ασφαλής, καθώς στην αρχή, ειδικά, το μονοπάτι είναι στενό και δύσβατο. Φτάσαμε στην είσοδό του μέσω της λεωφόρου Διονύσου, στρίψαμε δεξιά στην οδό Οσίου Λουκά (στην Avin) και παρκάραμε στο τέλος του δρόμου. Προχωρήσαμε με τα πόδια στην Αρτέμιδος και λίγα μέτρα παρακάτω μπήκαμε στο δάσος. Από εδώ έως το εκκλησάκι του Προφήτη Ηλία είναι το πιο δύσκολο κομμάτι της ανάβασης: σε περιβάλλουν ψηλά δέντρα, δεν υπάρχουν πολλά ανοίγματα για θέαση, η πορεία είναι ανηφορική και απαιτεί διαρκώς την προσοχή σας, διότι ακόμα και κάτω από το όμορφο μαλακό «χαλί» που δημιουργούν τα πεσμένα φύλλα, μπορεί να βρίσκεται μια πέτρα και να γλιστρήσετε. Ενας έμπειρος ορειβάτης θα χρειαστεί περίπου είκοσι λεπτά με σταθερό ρυθμό βαδίσματος, εμείς το ανεβήκαμε στον διπλάσιο χρόνο. Φτάνοντας στο ξωκκλήσι, μια σύντομη στάση για ανασύνταξη δυνάμεων ήταν απαραίτητη.

Η γλύπτρια τοπίου Νέλλα Γκόλαντα, η αρχιτέκτων Ασπασία Κουζούπη και ένα συνεργείο Παριανών λατόμων (Γεμελιάρης Νίκος, Λουκής Μανώλης, Αρκουλής Θωμάς, Πανώριος Αντώνης, Κρητικός Γιώργος) ανέλαβαν να υλοποιήσουν την πρωτοβουλία της εταιρείας για την αποκατάσταση και την αναμόρφωση του χώρου σε υπαίθριο μουσείο. Κτίρια και κατασκευές είχαν μείνει όπως τα άφησαν οι λατόμοι, με την έναρξη του Β΄ Π.Π. Στόχος ήταν η βρεθεί ένας τρόπος «επικοινωνίας» ανάμεσα στους χώρους του λατομείου, όπου ο επισκέπτης θα «διαβάζει» την ιστορία του πάνω στα κτίρια, διατηρώντας τα υπάρχοντα στοιχεία και με αποκλειστική χρήση επιτόπιων υλικών. Η σύνδεση των χώρων επιτεύχθηκε με τις «σκάλες» και έτσι μπορείτε να περιηγηθείτε από τη μεγάλη «καζάρμα» (κατοικία των λατόμων) με τα δύο τζάκια και το σπίτι του Αλούλα στην πάνω πλατεία ώς το «γύφτικο» (σιδηρουργείο) όπου οι λατόμοι κατασκεύαζαν ή επισκεύαζαν τα εργαλεία και στους τόπους εξόρυξης της πέτρας.

Στη συνέχεια το χωμάτινο μονοπάτι θα σας οδηγήσει στην κάτω πλατεία, ουσιαστικά τον πρώτο μουσειακό χώρο που συναντάτε, αν μπείτε από την είσοδο του λατομείου (ανεβαίνοντας οδικώς μέσω της λεωφόρου Αιολίδας). Σε αυτό το σημείο έχουν γίνει επεμβάσεις στον χώρο που δεν υπήρχαν πριν, όπως το πέτρινο κτίσμα που προοριζόταν να λειτουργήσει ως εντευκτήριο, και το οποίο προς το παρόν δεν έχει αξιοποιηθεί, όπως μας είπε ο Ανδρέας Αλτ, αντιπρόεδρος της εταιρείας Λατομείων Μαρμάρου Διονύσου.

Το πάρκο με τα αγάλματα στα ερείπια του παλιού σταθμού

Συνεχίζοντας την κυκλική πορεία μας, βγαίνοντας από το λατομείο, κατηφορίσαμε την οδό Βοσπόρου και φτάσαμε ώς το πάρκο με τα αγάλματα στον παλιό σιδηροδρομικό σταθμό Διονύσου. Γνωστοί γλύπτες αποδέχθηκαν την πρόσκληση για το συμπόσιο γλυπτικής της Κοινότητας Διονύσου με αφορμή τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004 και αποτύπωσαν τις ιδέες τους σε όγκους μαρμάρου που κοσμούν την πλατεία. Ανάμεσά τους θα δείτε τα «Μάτια του κόσμου» του Λουκά Λουκίδη, την «Αβάστακτη ελαφρότητα της σύγχρονης Ολυμπιακής ουσίας» του Ρόκου Κυριάκου, το γλυπτό «Πέντε Ηπειροι» του Χαρίλαου Κουτσούρη, την «Εκκίνηση» του Γιώργου Σταματόπουλου, τη «Νίκη» του Γιώργου Χουλιαρά, την «Ελληνορωμαϊκή πάλη» του Ανδρέα Λόλη, τον «Δισκοβόλο» του Τάκη Κοζόκου, τους «Δρομείς» του Θεόδωρου Παπαγιάννη, και άλλα αξιόλογα έργα.

Στα ερείπια του παλιού σταθμού βρίσκουν καταφύγιο πολλές νεαρές παρέες, για να πιουν τον καφέ τους σε ανοιχτό χώρο, ενώ αρκετές οικογένειες με παιδιά περπατούν ή ποδηλατούν ανάμεσα στα γλυπτά. Ωστόσο, μάλλον, λιγοστοί γνωρίζουν τη σημασία των έργων εκεί ή ακόμα και την ονομασία της πλατείας, καθώς οι περισσότεροι της αποδίδουν το όνομα του καφέ που υπάρχει λίγο παραπέρα, έξω από τον παλιό σταθμό. Νέες εποχές; Το πάρκο ήταν η τελευταία στάση που κάναμε στη διάρκεια της πεζοπορίας μας. Από εδώ, πήραμε τον πεζόδρομο που φεύγει στα δεξιά της πλατείας (όταν κοιτάζετε ευθεία το βουνό), περάσαμε ένα όμορφο οικιστικό κομμάτι του Διονύσου και έπειτα από περίπου ενάμισι χιλιόμετρο φτάσαμε στο σημείο από το οποίο τρεισήμισι ώρες πριν ξεκινούσαμε για να γνωρίσουμε το «Αλούλα»

Πηγή: Εφημερίδα «Καθημερινή»: https://www.kathimerini.gr/society/561219604/anavasi-sto-ypaithrio-moyseio-marmaroy/?fbclid=IwAR0NYfopfwucFulyhUvhIwy7gn24cMgt_TNuO7oliDV-4RxyUVPDTRYrCQs

 

ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΣΑΣ ΕΝΔΙΑΦΕΡΕΙ